Η ελληνική ναυτοσύνη
(Ναυτιλία των Ελλήνων 1700-1821, ο αιώνας της ακμής πριν από την Επανάσταση, επιμέλεια Τζελίνα Χαρλαύτη-Κατερίνα Παπακωνσταντίνου, Κέδρος, Ιόνιο Πανεπιστήμιο, 2013, σ. 13-15).
Ο στόλος των Ελλήνων, Οθωμανών ή Βενετών υπηκόων, διακριτός στη Δύση του 18ου αιώνα ως ο στόλος των «Greci», δηλαδή των Γραικών, κατάφερε να αναπτύξει τις ναυτιλιακές του δραστηριότητες και να αναδειχτεί ως ο κύριος θαλάσσιος μεταφορέας του εμπορίου του Λεβάντε, διεισδύοντας στις αγορές όχι μόνο της δυτικής Μεσογείου αλλά και σ’ εκείνες του Ατλαντικού, ενώ Έλληνες έμποροι και πλοιοκτήτες είχαν αρχίσει να δραστηριοποιούνται και στον Ινδικό ωκεανό[…].
Η άνοδος της ελληνικής ναυτιλίας και του εμπορίου στη Νοτιοανατολική Ευρώπη και στην Ανατολική Μεσόγειο υπήρξε καθοριστική για την οικονομική ευμάρεια των τοπικών κοινοτήτων και των ναυτότοπων, δηλαδή των νησιών και πόλεων-λιμανιών του Ιονίου και του Αιγαίου, που ανέπτυξαν εμπορική ναυτιλία. Αυτή η δραστηριότητα συνδυαζόμενη με την παράλληλη διαμόρφωση κοινοτήτων της ελληνικής διασποράς από τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τη Βόρεια Ευρώπη, οι οποίες ασχολούνταν και αυτές, σε συνεργασία με τον στόλο του Ιονίου και του Αιγαίου, με το θαλάσσιο εμπόριο της Μεσογείου, υπήρξε καθοριστική για τη διαμόρφωση του οικονομικού υπόβαθρου έκρηξης της Ελληνικής Επανάστασης.
[…] Η παρούσα, λοιπόν, έρευνα έρχεται να φωτίσει μετά βεβαιότητας την «προεπαναστατική ναυτιλία» και να ανατρέψει, εκτός των άλλων, για παράδειγμα, καθοριστικά την άποψη ότι η ναυτιλία των Ελλήνων είναι η ναυτιλία του «τρινήσιου» στόλου του Αιγαίου, της Ύδρας, των Σπετσών και των Ψαρών. Αυτοί είναι οι στόλοι που έλαβαν μέρος στην Ελληνική Επανάσταση, δεν είναι οι στόλοι που δημιούργησαν την ελληνική ναυτιλία, ούτε μόνο εκείνοι που τη συνέθεσαν. Η «μάνα» της ποντοπόρου ναυτιλίας των Ελλήνων του 18ου αιώνα είναι το Ιόνιο και, ιδιαίτερα, οι στόλοι της Κεφαλλονιάς και του Μεσολογγίου, ενώ η ναυτιλία των Ελλήνων τον 18ο αιώνα αποτελείται από τους στόλους σχεδόν 40 ναυτότοπων του Ιονίου και του Αιγαίου οι οποίοι, τις παραμονές της Ελληνικής Επανάστασης, κατείχαν χίλια σχεδόν ποντοπόρα πλοία εκ των οποίων μόλις τα διακόσια πενήντα ανήκουν στον «τρινήσιο» στόλο. Εκτός των χιλίων ποντοπόρων σκαφών, που ήταν μέσης χωρητικότητας 150 τόνων, οι σαράντα ναυτότοποι κατείχαν τουλάχιστον άλλα δυόμισι χιλιάδες ακτοπλοϊκά σκάφη κάτω των τριάντα τόνων. Η έρευνά μας, όμως, επικεντρώνεται αποκλειστικά στον ποντοπόρο στόλο, δηλαδή στα πλοία που ταξίδευαν πέρα από τα όρια της Ανατολικής Μεσογείου και ασχολούνταν με το εμπόριο μεγάλων αποστάσεων.
(Στα κύματα «της φοβεράς θαλάσσης», Έκθεση των Γενικών Αρχείων του Κράτους για τη συνδρομή της ναυτοσύνης στην Επανάσταση του 1821, Η Καθημερινή, 28-3-2021. Συζήτηση της Μάρως Βασιλειάδου με τον καθηγητή ιστορίας Νίκο Α. Καραπιδάκη).
Η συζήτηση μας μεταφέρει στα χρόνια του Αγώνα, μέσα σε ένα Αιγαίο που φλέγεται. Εκεί όπου ταξιδεύουν με επιδεξιότητα καραβοκύρηδες, κουρσάροι, καπεταναίοι και ναύτες, έτοιμοι τη μια στιγμή να συγκρουστούν μεταξύ τους και την επομένη να μεγαλουργήσουν για χάρη της πατρίδας. Είναι οι ίδιοι άνθρωποι που σε ελάχιστο χρόνο μετέτρεψαν έναν ισχυρό εμπορικό στόλο, όπως ήταν ο ελληνικός των αρχών του 19ου αιώνα, σε αξιόμαχο πολεμικό προς έκπληξη των ξένων δυνάμεων.
-Από πού προέρχονταν οι ναυτικοί που μπήκαν στην Επανάσταση;
-Η πλειονότητα, από τα μεγάλα ναυτικά νησιά: Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά. Αλλά οι ναυτότοποι ήταν πολύ περισσότεροι κι έδωσαν στον Αγώνα ναυτικούς και πλοία, όπως η Κάσος για παράδειγμα, και πολλά λιμάνια της χερσαίας Ελλάδας σαν την Κάρυστο, την Κυπαρισσία, το Λεωνίδιο. Συνολικά τα μάχιμα πληρώματα ήταν περίπου 25.000 με 30.000 άνθρωποι. Αλλά σε μια Ιστορία του Ναυτικού πρέπει να υπολογίσουμε και τις δυνάμεις της ξηράς: εκείνους που έραβαν πανιά, που διόρθωναν πλοία, που εξασφάλιζαν τα ξάρτια, που είχαν αναλάβει την τροφοδοσία και τη φύλαξη των τροφίμων, την προετοιμασία των πολεμοφοδίων, την πυρίτιδα, την επισκευή των κανονιών, την αναγόμωση των βλημάτων.
-Αυτός ο ακμαίος εμπορικός στόλος σταμάτησε τις άλλες του δραστηριότητες στη διάρκεια του Αγώνα;
-Ουσιαστικά ναι, αλλά η ερώτηση μας φέρνει κοντά στο θέμα της πειρατείας. «Πειρατεία», «κούρσος» και «εμπόριο» ήταν έννοιες πολύ κοντινές στο ναυτικό μέχρι τον 18ο αιώνα διεθνώς. Μια επίσημη ναυτική δύναμη, όπως η Αγγλία για παράδειγμα, μπορούσε να απασχολεί για τις δραστηριότητες εναντίον ξένων δυνάμεων πειρατικά πλοία. Υπήρχαν βέβαια και οι κουρσάροι, έμποροι που με μεγάλη ευκολία μετατρέπονταν σε πειρατές στην υπηρεσία μιας επίσημης δύναμης, ή σε κουρσάρους, δηλαδή σε καταδρομείς ληστές. Ο 18ος αιώνας ήταν αιώνας τακτοποίησης του ναυτικού. Μπήκαν κανόνες, εισήχθη ένα είδος διεθνούς εμπορικού δικαίου.
Όσον αφορά τις ελληνικές δυνάμεις, πολλοί καπετάνιοι ήταν οιονεί κουρσάροι. Δηλαδή ένα μεγάλο μέρος της δραστηριότητάς τους ήταν ημιπαράνομο, αν και όχι πάντοτε βίαιο. Συνεπώς υπήρχε ένα θολό τοπίο. Κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, πολλοί Έλληνες καπετάνιοι –ίσως όχι από τα τρία μεγάλα ναυτικά νησιά– παράλληλα ή στα κενά των πολεμικών δραστηριοτήτων, επιδίδονταν σε κούρσους. Φυσικά τα πλοία που κουρσεύονταν ήταν κυρίως οθωμανικά, γαλλικά, αυστριακά, μαλτέζικα ή ιταλικά. Το γεγονός αυτό προκάλεσε τη διαμαρτυρία των ξένων δυνάμεων. Το Ναυτικό δικαστήριο που συστάθηκε το 1825, καταδίκαζε ανάλογες περιπτώσεις, ενώ μέχρι τη σύστασή του, οι αρχές της Ύδρας και των Σπετσών επέβαλλαν τιμωρίες στους καπετάνιους που επιδίδονταν σε τέτοιες ενέργειες.
-Ο στόλος βγήκε κατεστραμμένος από την Επανάσταση;
-Αυτό το θέμα δεν είναι ακόμη πολύ γνωστό. Σχετίζεται με το μεγάλο ζήτημα των πολεμικών αποζημιώσεων που ζήτησαν οι αγωνιστές από το ελληνικό κράτος. Σχεδόν όλοι οι συμμετέχοντες, και οι πιο γνωστοί, έκαναν αιτήσεις αποζημίωσης για τη συμμετοχή τους, άλλοι μεγαλύτερες κι άλλοι μικρότερες. Έτσι, ενώ ο πολεμικός έγινε πλέον κρατική υπόθεση, ο εμπορικός στόλος ξαναφτιάχτηκε σιγά σιγά. Δεν ξαναφτιάχτηκε όμως απαραίτητα από εκείνους που ήταν καραβοκύρηδες πριν από την Επανάσταση. Πολλοί από εκείνους ακολούθησαν μετά την ίδρυση του κράτους πολιτική καριέρα. Ή είχαν θησαυρίσει χρήματα τα οποία δεν θέλησαν να επενδύσουν στη ναυτιλία. Πάντως, η νέα εμπορική ναυτιλία που δημιουργήθηκε γύρω στο 1850-1860 ήταν εξίσου ισχυρή με την προεπαναστατική.
-Ερευνώντας το αρχειακό σας υλικό για το 1821 υπό το πρίσμα του Αγώνα στη θάλασσα, οδηγηθήκατε σε κάποιες διαπιστώσεις;
-Στην ιστορική έρευνα, ό,τι νέο προκύπτει δεν είναι εντελώς ανεξάρτητο από τις γνώσεις που είχε κανείς έως τότε. Αυτό που διαπιστώσαμε, θα μου επιτραπεί να πω ότι είναι κάτι τυπικά ελληνικό. Μια βαθειά αντίφαση διέπει όλη αυτήν την προσπάθεια: τη μια στιγμή έχουμε τρομερά κατορθώματα, την άλλη όλα βρίσκονται στο χείλος του γκρεμού. Υπάρχουν στιγμές που όλα λειτουργούν ρολόι και άλλες που τίποτα δεν πηγαίνει καλά. Υπάρχουν στιγμές που όλοι είναι ενθουσιασμένοι και θέλουν να συνεχίσουν τον Αγώνα, κι εκείνες που όλοι είναι έτοιμοι να τον παρατήσουν και να συνθηκολογήσουν. Υπάρχουν στιγμές που νιώθεις ότι βρίσκεσαι μπροστά σε απίστευτες δυσαρέσκειες μεταξύ των καπεταναίων, αλλά και των πληρωμάτων, κι άλλες που όλοι μονιασμένοι μοιράζονται στιγμές έξαρσης και ενθουσιασμού.
Πηγή εικόνων (γκραβούρες): https://www.offlinepost.gr/2019/10/18/%CF%80%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CE%AF%CE%BD%CE%BF%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CF%84%CE%BF-%CE%B1%CE%B9%CE%B3%CE%B1%CE%AF%CE%BF-
