Ἁρματολοὶ καὶ κλέφτες (2)
(Ἰωάννης Κολιόπουλος, «Ληστεία καὶ ἀλυτρωτισμός στὴν Ἑλλάδα τοῦ 19ου αἰῶνα», Ἐθνικὴ ταυτότητα καὶ ἐθνικισμὸς στὴ νεότερη Ἑλλάδα, συλλογικό, ἐπιμ. Θάνος Βερέμης, Ἀθήνα, ΜΙΕΤ, 2003, σ. 141-145).
Ὁ Ἀγώνας τῆς Ἀνεξαρτησίας αὔξησε ἀκόμη περισσότερο τὴ σημασία τοῦ ἐλληνικοῦ στρατιωτικοῦ στοιχείου μέσα στον χῶρο ποὺ ἐξετάζουμε. Παρὰ τὰ νομοθετικὰ μέτρα διαδοχικῶν ἐπαναστατικῶν συνελεύσεων σχετικὰ μὲ τὴ διοίκηση τῶν περιοχῶν ποὺ εἶχαν ἐπαναστατήσει, μέτρα ποὺ παρέχουν λανθασμένα τὴν ἐντύπωση ὀργανωμένης κυβέρνησης, τὸ νέο καθεστὼς ἄργησε πολὺ ν’ ἀποκτήσει κάποια μορφή, καὶ οἱ καπεταναῖοι ποὺ εἶχαν ἐξεγερθεῖ δίσταζαν νὰ δηλώσουν πίστη σ’ αὐτό. Πρῶτα πρῶτα, σπάνιζαν ἢ ἔλειπαν τελείως ἱκανοὶ λειτουργοί, ποὺ θὰ μποροῦσαν πειστικὰ νὰ ἰσχυρισθοῦν ὅτι ἐκπροσωποῦσαν τὴν κεντρικὴ κυβέρνηση. Δεύτερον, ἀκόμη καὶ ὅταν ὑπῆρχαν, οἱ λειτουργοὶ αὐτοί δὲν ἔφερναν ἀποτέλεσμα, ἐπειδὴ τοὺς ἔλειπαν τόσο τὰ μέσα γιὰ νὰ θέσουν σὲ ἐφαρμογὴ τὰ ἰσχύοντα μέτρα, ὅσο καὶ τὸ κύρος ποὺ ἁρμόζει στὴν ὑπέρτατη ἐξουσία ἑνὸς τόπου. Τελευταῖος, ἀλλὰ ὄχι καὶ λιγότερο σημαντικὸς λόγος ἦταν τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ ἐπαναστατημένοι δὲν εἶχαν γνωρίσει ποτέ μιὰ κεντρικὴ κυβέρνηση ποὺ νὰ μὴν εἶναι ξένη, ἀπομακρυσμένη, συνήθως ἀπαιτητικὴ καὶ ἐχθρική· κατὰ συνέπεια, δὲν μποροῦσαν νὰ δεχτοῦν εὔκολα ὅτι ἡ νέα κυβέρνηση θὰ μποροῦσε νὰ διαφέρει κάπως. Ἡ αὔξηση τῆς ἐξουσίας καὶ τῆς διαθέσιμης δύναμης τῶν καπεταναίων, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, ἔκαναν ἀκόμη λιγότερο πιθανὴ μιὰ ἀλλαγὴ στὴν ἐν γένει στάση τῶν στρατιωτικῶν πρὸς τὶς ἀρχὲς καὶ στὴν ἀντίληψη ποὺ εἶχαν γιὰ τὴν ὑπόσταση καὶ τὸν κοινωνικό τους ρόλο μέχρι τότε. Τουλάχιστον, αὐτό ἴσχυε κατὰ τὰ ἀρχικὰ στάδια τῆς σύγκρουσης, ὅταν ἡ ἑλληνικὴ ὑπόθεση δὲν φαινόταν νὰ ἔχει μεγάλες ἐλπίδες ἐπιτυχίας καὶ ἐνόσω οἱ παραδοσιακοὶ τρόποι συμπεριφορᾶς δὲν εἶχαν ἀκόμη καταστεῖ ἀπαράδεκτοι ἐξαιτίας τῆς ἐμφάνισης νέων μορφῶν ἀποδεκτῆς συμπεριφορᾶς, τὶς ὁποῖες ὑποστήριζαν ἰδιαίτερα συμφέροντα ποὺ ἔκαναν τώρα τὴν ἐμφάνισή τους. Κάθε ἄλλο παρὰ ἐπαρκῶς ἐμφορούμενες ἀπὸ ἕνα ἐθνικὸ συναίσθημα ποὺ αἰφνίδια ἄρχισε νὰ ἀναπτύσσεται, οἱ διάφορες ὁμάδες τῆς ἐλληνικῆς στρατιωτικῆς τάξης συνέχισαν νὰ ἀνταποκρίνονται σὲ τοπικὲς ἀνάγκες κι ἐξελίξεις καί, ὅποτε ἦταν δυνατόν, ἀπέφευγαν νὰ δεσμευτοῦν ἀνοιχτὰ ἢ νὰ ἐνεργήσουν σύμφωνα μὲ τὶς δεσμεύσεις τους.
Οἱ καπεταναῖοι, περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη γηγενῆ ἐλίτ, τήρησαν καιροσκοπικὴ στάση, μέχρις ὅτου ξεπεράστηκαν ἀπὸ τὰ γεγονότα καί, τὶς περισσότερες φορές, πῆραν μέρος στὸν ἀγῶνα γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουν μιὰ θέση ἰσχύος καὶ ἐπιρροῆς ἢ γιὰ νὰ ἐκτοπίσουν κάποιον ἐχθρὸ ἢ ἀντίπαλο. Οἱ περισσότεροι ἀντιμετώπισαν τὶς ἀρχὲς ποὺ διόρισε ἡ ἐπαναστατικὴ κυβέρνηση μὲ ἀπόλυτη καχυποψία καὶ περιφρόνηση, ἰδίως ὅσους δὲν βρίσκονταν κάτω ἀπὸ τὸν ἔλεγχο ἢ τὴν ἐπιρροή τους, ἢ ὅσους ἀρνοῦνταν νὰ ἀνεχθοῦν τὶς ὑπερβάσεις τους. Ἰσχυροὶ καπεταναῖοι ἀγνοοῦσαν συνήθως τὶς ὅποιες πολιτικὲς ἀρχὲς τολμοῦσαν νὰ ἐμφανιστοῦν στὰ μέρη τους καὶ διοικοῦσαν δεσποτικά. Ὁ Δῆμος Σκαλτσᾶς, καπετάνιος στὸ Λιδωρίκι τῆς κεντρικῆς Ρούμελης, ποὺ εἶχε ἀνέλθει στὸ ἀξίωμά του ἀπὸ τὶς τάξεις τῶν κλεφτῶν, διοικοῦσε τὴν περιφέρεια χωρὶς διόλου νὰ ὑπολογίζει τὴ νόμιμη ἀρχή· σὰν «αὐτοκράτορας», διαμαρτυρόταν ὁ τοπικὸς διοικητής, ποὺ στὴν οὐσία παρέμεινε ἕνας ἀνίσχυρος ἐκπρόσωπος τῆς κεντρικῆς ἐξουσίας, μέχρις ὅτου ἦλθε τὸ τέλος τοῦ καπετάνιου. «’πειδὴ εἶναι ἡ πρώτη φορὰ ὁποὺ εἶδαν ἔπαρχον», ἔγραφε ὁ ἔπαρχος ἀπὸ τὸ γειτονικὸ Καρπενήσι, «δὲν ἠμπορῶ νὰ τοὺς γιομίσω τὰ κεφάλια καὶ νὰ τοὺς δώσω νὰ καταλάβουν τί θέ’ νὰ εἰπῆ διοίκησις»· καὶ ἱκέτευε τὸν Ἀλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ἐκπρόσωπο τῆς κυβέρνησης στὴ δυτικὴ Ρούμελη, νὰ μεσολαβήσει πρὸς τὸν Γεώργιο Πεσλή, καπετάνιο στὸ Σοβόλακο, ὥστε αὐτός καὶ οἱ κάτοικοι τῆς ἐπαρχίας νὰ δείξουν περισσότερο σεβασμὸ γιὰ τὴν ἐξουσία του. Γιὰ ἕνα διάστημα, καὶ προτοῦ πέσει σὲ δυσμένεια καὶ γνωρίσει ἄδοξο θάνατο ἀπὸ τὴν Ἀκρόπολη, ὁ Ὀδυσσέας Ἀνδροῦτσος ἀσκοῦσε κάθε ἐξουσία στὴν Ἀθήνα: στρατιωτική, πολιτικὴ καὶ νομοθετική.
Οἱ καπεταναῖοι συναγωνίζονταν γιὰ θέσεις καὶ γιὰ τὰ μέσα ποὺ θὰ τοὺς ἐπέτρεπαν νὰ διατηροῦν ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερους ἄντρες ὑπὸ τὰ ὅπλα, συνήθως στὸ πλαίσιο τῶν προεπαναστατικῶν «καπετανλικίων» καὶ τοῦ συναφοῦς πλέγματος συμφερόντων. Μέσω τῶν κατάλληλων διασυνδέσεων καὶ συμμαχιῶν, ἐν ἀνάγκη μὲ τὴ δύναμη τῶν ὅπλων ἢ μὲ τὴ συνεργασία μὲ τὸν ἐχθρό, ἂν ἡ βία δὲν ἔφερνε ἀποτέλεσμα, οἱ καπεταναῖοι συναγωνίζονταν μεταξύ τους γιὰ τὸν ἔλεγχο μιᾶς περιφέρειας καὶ τῶν πόρων της. Ἡ κατοχὴ τῶν μέσων πληρωμῆς καὶ διατροφῆς τῶν ἐνόπλων ποὺ εἶχαν ὑπὸ τὶς διαταγές τους ἀποτελοῦσε τὴν κύρια φροντίδα τῶν καπεταναίων, σὲ μιὰ ἐποχὴ ποὺ ἡ κυβέρνηση δὲν διέθετε οὔτε ἐπαρκῆ εἰσοδήματα γιὰ νὰ ἱκανοποιήσει βασικὰ αἰτήματα αὐτοῦ τοῦ εἴδους, οὔτε τὸν διοικητικὸ μηχανισμὸ ποὺ ἦταν ἀπαραίτητος γιὰ νὰ ἐξασφαλίσει ὅτι οἱ πόροι ἀναλώνονταν γιὰ τὶς ἀνάγκες τῶν στρατιωτῶν. Ἐπιπλέον, καθὼς ἔλειπαν τὰ χρήματα καὶ οἱ κατάλληλες ὑπηρεσίες πληρωμῶν, ὁ στρατιωτικὸς διοικητὴς δὲν εἶχε ἄλλη λύση παρὰ νὰ προσφύγει ἀπευθείας στὶς πλουτοπαραγωγικὲς πηγὲς τοῦ τόπου προκειμένου νὰ κρατήσει τοὺς ἄντρες του στὶς θέσεις τους. Οἱ καπεταναῖοι κρατοῦσαν μὲ πεῖσμα τὰ ἐδάφη ποὺ καταλάμβαναν, θεωρώντας τα ὡς νόμιμη ἐπιβράβευση. Ὁ Γεώργιος Καραϊσκάκης θεωροῦσε «νόμιμη κατάκτηση» τὴν περιφέρεια τῶν Ἀγράφων, τὴν ὁποία ἰσχυριζόταν ὅτι εἶχε ἀπελευθερώσει. Ὁ Ὀδυσσέας κράτησε μὲ πεῖσμα τὴν Ἀκρόπολη τῶν Ἀθηνῶν, ἀπ’ ὅπου ἔλεγχε τὴν Ἀττικὴ καὶ μέρος τῆς Βοιωτίας, μέχρι ποὺ ἐκδιώχθηκε ἀπὸ ἀντίπαλους καπεταναίους· καὶ ὅταν ὑπέγραψε ἐκεχειρία μὲ τοὺς Τούρκους καί, τὸ 1825, προσκύνησε ἕναν φιλικὸ Ἀλβανὸ ἀρχηγό, σκοπός του ἦταν νὰ κερδίσει τὴν ἐπανεγκατάστασή του στὴν περιοχὴ ἐξαναγκάζοντας τὴν ἐπαναστατικὴ κυβέρνηση νὰ ἔρθει σὲ συνεννόηση μαζί του.
Οἱ διαμάχες γιὰ τὸν ἔλεγχο ὁρισμένων περιφερειῶν ὁδήγησαν σὲ σφοδροὺς τοπικοὺς ἐμφύλιους πολέμους ποὺ περιόρισαν σοβαρὰ τὴν ἔκταση καὶ τὴν ἀποτελεσματικότητα τοῦ ἀγῶνα κατὰ τῶν Τούρκων. Τέτοιες ἔριδες μαίνονταν ἀνάμεσα στὸν Καραϊσκάκη καὶ τὸν Ἰωάννη Ράγκο γιὰ τὴν ἐπαρχία τῶν Ἀγράφων, ποὺ ἀποτέλεσε μῆλο τῆς ἔριδος ἀπὸ τὴν ἔκρηξη τῶν ἐχθροπραξιῶν μέχρι τὸν θάνατο τοῦ πρώτου τὸ 1827. Τὰ Ἄγραφα ἀποτελοῦσαν παραμεθόρια περιφέρεια τὴν ὁποία διεκδικοῦσαν τόσο οἱ Ἕλληνες ὅσο καὶ οἱ Τοῦρκοι, ποὺ ἐναλλὰξ περνοῦσαν ἀπὸ τὸν διορισμὸ ἀρχῶν σὲ ξεσπάσματα διαρπαγῆς. Ὁ Ράγκος, ξένος στὰ Ἄγραφα –προερχόταν ἀπὸ τὸν κοντινὸ Βάλτο– ἀλλὰ φίλος τοῦ Μαυροκορδάτου, διορίστηκε στρατιωτικὸς διοικητὴς τῆς ἐπαρχίας. Μόλις ἐξασφάλισε τὸν διορισμό του, ἔστειλε τοὺς ἔμπιστους ὑπαρχηγούς του νὰ διοικήσουν στὸ ὄνομά του καὶ συγκρούσθηκε μὲ τὸν Καραϊσκάκη καὶ τοὺς ἄντρες του. Ὁ «νόμιμος» διάδοχος στὸ τοπικὸ καπετανλίκι ἦταν ὁ Κώστας Μπουκουβάλας, γόνος μιᾶς φημισμένης οἰκογένειας ἁρματολῶν ποὺ εἶχε σχέση μὲ τὸ καπετανλίκι πρὶν ἀπὸ τὸν Ἀγῶνα, ἀλλὰ ποὺ στὸ μεταξὺ εἶχε ἀντιμετωπίσει πολλὲς ἀντιξοότητες.
