Αρματολοὶ καὶ κλέφτες (1)
(Ἰωάννης Κολιόπουλος, «Ληστεία καὶ ἀλυτρωτισμός στὴν Ἑλλάδα τοῦ 19ου αἰῶνα», Ἐθνικὴ ταυτότητα καὶ ἐθνικισμὸς στὴ νεότερη Ἑλλάδα, συλλογικό, ἐπιμ. Θάνος Βερέμης, Ἀθήνα, ΜΙΕΤ, 2003, σ. 133-141).
Κατὰ τὸν ἑλληνικὸ Ἀγῶνα τῆς Ἀνεξαρτησίας καὶ τὶς μετέπειτα στρατιωτικὲς καὶ πολιτικὲς ἐξελίξεις, κεντρικὸ ρόλο διαδραμάτισε μιὰ ξεχωριστὴ στρατιωτικὴ τάξη, δημιούργημα τοῦ συνδυασμοῦ τοῦ ὀρεινοῦ ἐδάφους μὲ τὴν ξένη κατάκτηση καὶ κυριαρχία. Τὸ σχετικὸ γεωγραφικὸ πλαίσιο στὶς ἀρχὲς τοῦ 19ου αἰῶνα διαμορφώθηκε ἀπὸ ἱστορικοὺς λόγους: τὴν ὕπαρξη πολυάριθμων ὀρεινῶν κοινοτήτων σὲ ἀντίθεση μὲ τὸν ἀραιὸ πληθυσμὸ στὰ πεδινά. Οἱ καταβολὲς αὐτοῦ τοῦ δημογραφικοῦ προτύπου ἐντοπίζονται ἴσως στὴν παραμέληση καὶ ὑποβάθμιση τοῦ περιβάλλοντος κατὰ τὴ διάρκεια τῶν πρώιμων νεότερων χρόνων, μὲ ἀποτέλεσμα τὴν ἐξάντληση τοῦ κεφαλαίου ποὺ εἶχε ἐπενδυθεῖ νωρίτερα σὲ ὑδραγωγούς, δεξαμενὲς νεροῦ, μύλους, ἀγροτικὲς ἐγκαταστάσεις, γέφυρες καὶ δρόμους. Κατὰ συνέπεια, ἡ γῆ ἔχανε χρόνο μὲ τὸν χρόνο τὴν ἱκανότητά της νὰ παρέχει μέσα βιοπορισμοῦ. Ἡ κάμψη τῆς παραγωγικότητας καὶ οἱ γενικότερες ανθυγιεινὲς συνθῆκες, ἐξαιτίας τῆς ὑποβάθμισης τοῦ περιβάλλοντος, μαζὶ μὲ τὶς ἀρνητικὲς συνέπειες τῆς τουρκικῆς κατάκτησης καὶ κυριαρχίας ὤθησαν μεγάλο μέρος τοῦ πληθυσμοῦ νὰ ἀναζητήσει νέα ἐγκατάσταση στὰ ὀρεινά· ἡ πλειοψηφία ἐπιδόθηκε στὴν κτηνοτροφία, μιὰ οἰκολογικὴ προσαρμογὴ ποὺ θὰ εἶχε σημαντικότατες συνέπειες γιὰ τὴν πορεία τῆς νεότερης ἑλληνικῆς ἱστορίας.
[…] Αὐτό τὸ δημογραφικὸ καὶ οἰκολογικὸ πρότυπο συνεπαγόταν διάσπαρτες ἐγκαταστάσεις καὶ ἕναν ἄστατο τρόπο ζωῆς, πράγμα ποὺ ἐπέτεινε τὴν ἀνασφάλεια ποὺ προξενοῦσε ἡ αὐθαιρεσία τοῦ ξένου δυνάστη κι εὐνοοῦσε τὴν ἀνάπτυξη μιᾶς χωριστῆς κοινωνίας στὰ ὀρεινά, ξένης καὶ κατὰ βάση ἐχθρικῆς ἀπέναντι στὰ ἀστικὰ κέντρα καὶ τὸν κόσμο τοῦ κάμπου γενικότερα. Ἡ χρήση ἢ ἡ ἀπειλὴ χρήσης βίας, κατεξοχὴν καθοριστικὸς παράγοντας γιὰ τὴν ἀπόκτηση πρόσβασης καὶ τὴ διαφύλαξη τῶν πηγῶν βιοπορισμοῦ, ὄξυνε τὸ κλίμα ἀνασφάλειας καὶ ἀνταγωνισμοῦ. Ὁ φυσικὸς καὶ κοινωνικοοικονομικιὸς κατακερματισμός, ἀπὸ τὴν ἄλλη πλευρά, εὐνοοῦσε τοὺς ἰσχυροὺς τοπικοὺς δεσμοὺς καὶ τὰ αἰσθήματα πίστης σὲ συνδυασμὸ μὲ τὴν καχυποψία ἀπέναντι σὲ κάθε ἐξωτερικὴ ἀρχή. Αὐτή ἡ μορφὴ κοινωνικῆς ὀργάνωσης εὐνοοῦσε τὴ ζωοκλοπή, τὴ ληστεία καὶ τὴν ὁπλοφορία, φαινόμενα ποὺ μὲ τὴ σειρά τους συνέβαλαν στὴν ἀνάπτυξη μιᾶς στρατιωτικῆς τάξης μὲ τὸ δικό της ἰδιαίτερο ἦθος. Ἡ τάξη αὐτή ἀναπτύχθηκε μέσα στὸ σύστημα ἀσφαλείας τοῦ ξένου δυνάστη· μὴ ἔχοντας τὴ δυνατότητα νὰ θέσουν τὶς ὀρεινὲς περιοχὲς κάτω ἀπὸ ἀποτελεσματικὸ κρατικὸ ἔλεγχο καὶ νὰ τοποθετήσουν φρουρὲς σὲ στρατηγικὰ σημεῖα, οἱ Ὀθωμανοὶ προσέλαβαν σώματα χριστιανῶν ἀτάκτων, ποὺ ἔμειναν γενικὰ γνωστοὶ ὡς «ἁρματολοί», καὶ τοὺς ἐμπιστεύθηκαν τὴν ἀποστολὴ νὰ κρατοῦν τοὺς ληστές, γνωστοὺς ὡς «κλέφτες», σὲ ἀπόσταση ἀπὸ τὰ χωριὰ καὶ ἀπὸ εὐπρόσβλητα ὀρεινὰ περάσματα, μέσω τῶν ὁποίων ἔπρεπε νὰ διέλθουν κρατικοὶ ἀξιωματοῦχοι, στρατιωτικὰ ἀποσπάσματα, κοπάδια ζώων καὶ καραβάνια.
Οἱ κλέφτες καὶ οἱ ἁρματολοὶ ἀποτελοῦσαν προϊὸν τῆς ἀνασφάλειας γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὴν περιουσία, τῆς κατάκτησης, τῆς ξένης κυριαρχίας, καθὼς καὶ ἐδαφικῶν καὶ οἰκονομικῶν συνθηκῶν ποὺ εὐνοοῦσαν τὴν παρανομία ἐν γένει καὶ τὴ ληστεία εἰδικότερα. Ἦταν ὀρεσίβιοι, κτηνοτρόφοι οἱ περισσότεροι, καὶ συνήθως διακρίνονταν γιὰ τὶς ληστρικές τους συνήθειες. Εἴτε δροῦσαν ὡς ληστὲς εἴτε στὴν ὑπηρεσία τῶν ἀρχῶν, ἀπέδιδαν ἰδιαίτερη ἀξία στὰ ὅπλα, ἐνῶ ἡ βία καὶ ἡ συγκαλυμμένη περιφρόνηση τῆς καθεστηκυίας ἀρχῆς ἀποτελοῦσε τὸ στοιχεῖο τους. Χωρὶς ἀμφιβολία, ἡ ὕπαρξη διαθέσιμου ὁπλισμοῦ κατὰ τὸν 18ο αἰῶνα βοήθησε νὰ ἐκδηλωθεῖ ἡ περιφρόνησή τους αὐτή μὲ στρατιωτικὰ μέσα. Ἡ «μπέσα», ἀλβανικὸς ὅρος ποὺ σημαίνει συμφωνία καὶ τιμή, ἀποτελοῦσε ρυθμιστικὴ ἀρχὴ στὸν κόσμο τῶν ὀρεσίβιων παρανόμων, ἐνῶ τὰ ἰδανικὰ τῆς «παλικαριᾶς» ἢ τῆς «λεβεντιᾶς», ποὺ σήμαιναν ἀνδρεία, θάρρος καὶ γενναιότητα, ἦταν σὲ μεγάλη ἐκτίμηση. Ἀπὸ τὰ μέλη τῆς ἰδιαίτερης αὐτῆς ὁμάδας ἀναμενόταν ἐπίσης νὰ δείχνουν μεγαλοψυχία, γενναιοδωρία, αὐτοπειθαρχία καὶ ἱκανότητα γιὰ μεγάλους ἄθλους φυσικῆς δύναμης καὶ ἀντοχῆς. Ἔπρεπε νὰ διακριθοῦν σὲ ἕναν χῶρο ὅπου τὸ στρατιωτικὸ ταλέντο, σὲ ἀντίθεση μὲ τοὺς πόρους, ποτέ δὲν σπάνιζε.
Οἱ ἁρματολοὶ ἦταν πρώην παράνομοι ποὺ εἶχαν ἀμνηστευθεῖ καὶ χρησιμοποιήθηκαν γιὰ τὴν καταστολὴ τῆς ληστείας. Τὸ νὰ βάζεις ἕναν κλέφτη νὰ πιάσει ἕναν κλέφτη, ἕνα τέχνασμα ποὺ ἦταν ἀπὸ τότε σὲ χρήση γιὰ νὰ προστατεύουν οἱ κυβερνῶντες τὰ ἐκτεθειμένα ἐδάφη τους χωρὶς νὰ χρειάζεται νὰ διατηροῦν μόνιμες στρατιωτικὲς δυνάμεις, ἀποτελοῦσε κοινὴ πρακτική. Οἱ ἁρματολοὶ ἦταν ἐπιφορτισμένοι μὲ τὴν ἀσφάλεια τῶν ὀρεινῶν διαβάσεων καὶ τὴ διαστήρηση τοῦ νόμου καὶ τῆς τάξης στοὺς χώρους τῆς δικαιοδοσίας τους, τὰ «ἁρματολίκια». Τὰ ὅριά τους συνέπιπταν μὲ ὁρισμένες διοικητικὲς περιφέρειες σὲ τόπους ὅπου τὸ ληστρικὸ φαινόμενο ἦταν ἔντονο. Κάθε ἁρματολίκι οἱ τουρκικὲς ἀρχὲς τὸ ἐμπιστεύονταν σὲ ἕναν «καπετάνιο», τὸν ὁποῖο ἐπέλεγαν συνήθως ἀνάμεσα στοὺς πιὸ ἱκανοὺς καὶ πιὸ ἐπικίνδυνους παρανόμους καὶ στὸν ὁποῖο παρέδιδαν ἀπευθείας τὶς ἁρμοδιότητές του μὲ τὴν παρουσία τῶν χριστιανῶν προεστῶν. Ὀ ἴδιος δεσμευόταν νὰ μένει πιστὸς στὸ κράτος κι ἐπιφορτιζόταν μὲ τὴν ὑποχρέωση νὰ διατηρεῖ ἕναν ἀριθμὸ ἐνόπλων στὶς διαταγές του, ὥστε νὰ εἶναι σὲ θέση νὰ ἐκτελεῖ τὰ καθήκοντά του. Ὁ καπετάνιος, ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ περιβαλλόταν τυπικὴ ἐξουσία, περιπολοῦσε τὸ ἁρματολίκι, συνέλεγε, ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς κρατικοὺς καὶ ἄλλους φόρους, τὸν εἰδικὸ φόρο ποὺ κατέβαλλαν οἱ χριστιανοὶ ὑπήκοοι γιὰ τὴν κάλυψη τῶν μισθῶν τῶν ἀρματολῶν ποὺ διοικοῦσε καὶ ἔκανε ὅ,τι μποροῦσε γιὰ νὰ διοικεῖ τὴν περιφέρειά του σὰν οἰκογενειακὸ τιμάριο, ἐκτρέφοντας κοπάδια καὶ ἐπιδιδόμενος στὴ γεωργία καὶ τὸ ἐμπόριο. Τὸ ἀξίωμα σταδιακὰ ἔγινε κληρονομικὸ καὶ ταυτίστηκε μὲ ὁρισμένες τοπικὲς οἰκογένειες, ὅπως οἱ Μπουκουβαλαῖοι, οἱ Βλαχάβες, οἱ Στορνάρηδες, οἱ Κοντογιάννηδες καὶ οἱ Βαρνακιῶτες.
Οἱ κλέφτες ἦταν συνήθως φυγόδικοι, ὀφειλέτες, ἐκτὸς νόμου, κοινωνικὰ ἀπροσάρμοστοι, τυχοδιῶκτες, θύματα καταπίεσης, ἄντρες χωρὶς δεσμοὺς περιουσιακοὺς ἢ ἄλλες ὑποχρεώσεις, ποὺ εἶχαν βρεῖ καταφύγιο στὰ βουνὰ καὶ εἶχαν στραφεῖ στὴ ληστεία. Κάποια ἀληθινὴ ἢ φανταστικὴ ἀδικία, κάποια παράβαση τοῦ νόμου, ἢ ἁπλῶς ἡ οἰκογενειακὴ παράδοση ἀρκοῦσαν γιὰ νὰ θέσουν ἕναν νέο ἔξω ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς νομοταγοῦς κοινωνίας. Σὲ ἕναν κόσμο ὅπου ἡ διαχωριστικὴ γραμμὴ ἀνάμεσα στὴ νομιμότητα καὶ τὴν παρανομία ἦταν δυσδιάκριτη, ἡ διάβασή της δὲν σήμαινε πάντοτε παραβίαση τοῦ νόμου. Χάρη στὸ γεγονὸς ὅτι ἀψηφοῦσαν τὴν καθεστηκυία ἀρχή, οἱ κλέφτες γοήτευαν τὴ λαϊκὴ φαντασία καὶ ἐξυμνήθηκαν στὰ δημοτικὰ τραγούδια τοῦ χώρου. Οἱ κλέφτες, ὡς μέλη συμμορίας παρανόμων, κινοῦνταν ἀπὸ δύο πρωταρχικὰ ἐλατήρια: τὴν ἐπιβίωση, ποὺ δὲν ἦταν εὔκολη ὑπόθεση, καὶ τὴν ἀμνηστία, ποὺ συχνὰ εἶχε ὡς ἐπακόλουθο τὴ στρατολόγησή τους σὲ σῶμα ἁρματολῶν. Γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουν ἀναγνώριση, οἱ κλέφτες ἔπρεπε νὰ ἀποδείξουν τὴν ἀξία τους στὶς ἀρχές· μὲ τὴ βία καὶ τὸν τρόμο κατάφερναν νὰ γίνουν ἐπικίνδυνοι καὶ ἐπίφοβοι, ἐνῶ τὴν ἴδια στιγμὴ κατάφερναν πλῆγμα στὴν ἀξιοπιστία τῶν ἀντιπάλων τους, ποὺ ἦταν μὲ τὸ μέρος τοῦ νόμου. Οἱ πιὸ τολμηροί, πανοῦργοι καὶ ἐπικίνδυνοι ἐπιβίωναν καὶ πετύχαιναν τὸν πολυπόθητο στόχο: νομιμότητα ὡς ἁρματολοί.
Ἀπὸ τὴ στιγμὴ ποὺ ἐξασφάλιζαν ἀμνηστία καὶ περιβάλλονταν τὴν ἐξουσία γιὰ τὴν τήρηση τῆς τάξης, χρησιμοποιοῦσαν κάθε μέσο στὴ διάθεσή τους γιὰ νὰ διατηρήσουν τὴν ἐξουσία αὐτή· ὅταν τὴν ἔχαναν, ὅπως συνέβαινε μὲ τοὺς περισσότερους, ἐπέστρεφαν στὴ ληστεία καὶ προσπαθοῦσαν μὲ βία καὶ δόλο νὰ ἐπανακάμψουν ὡς ἁρματολοί. Οἱ κλέφτες ἑπομένως ἦταν ἀπαραίτητοι γιὰ τὸ ἰδιαίτερο αὐτό σύστημα ἀσφαλείας ποὺ εἶχε ἀναπτυχθεῖ στὸν χῶρο αὐτόν. Θύματα τυραννικῶν ἀξιωματούχων καὶ ἀρχιερέων προτοῦ καταφύγουν στὰ ὄρη, γίνονταν ὄργανα καταπίεσης στὰ χέρια τῶν ἴδιων ἰσχυρῶν παραγόντων. Ὡς κλέφτες, ζοῦσαν ἀπὸ διαρπαγὲς καὶ ἐκβιασμούς, ληστεύοντας χωρὶς διάκριση πλουσίους καὶ φτωχούς, κατὰ προτίμηση ἐκείνους ἀπὸ τοὺς ὁποίους εἶχαν νὰ πάρουν περισσότερα, ἀλλὰ κατὰ κανόνα ἐκείνους τοὺς ὁποίους φοβοῦνταν λιγότερο. Ἡ ὑποστήριξη ποὺ οἱ κλέφτες κατάφερναν νὰ ἐξασφαλίζουν ἀπὸ τὸν ντόπιο πληθυσμό ἦταν ἀποτέλεσμα τοῦ φόβου ἀντιποίνων παρὰ συμπάθειας. Ἡ ἐπιδοκιμασία καὶ ὁ θαυμασμὸς ποὺ ἀπηχοῦν τὰ δημοτικὰ τραγούδια γιὰ τὴν περιφρόνησή τους πρὸς τὴν ἐξουσία δὲν εἶναι δυνατὸν νὰ ἑρμηνευτοῦν ὡς ἀποδείξεις ὑποστήριξης γιὰ τοὺς κλέφτες καὶ τὰ ἔργα τους ἢ ὡς τεκμήρια ἐπιλεκτικκῆς ληστείας ἀπὸ τὴν πλευρά τους· ἕνας παράνομος ἀποτελοῦσε ἐξίσου μάστιγα γιὰ πλούσιο καὶ φτωχό, γιὰ μουσουλμάνο καὶ χριστιανό. Τὸ γεγονὸς ὅτι οἱ χωρικοὶ σπάνια συνεργάζονταν μὲ τὶς ἀρχὲς στὴν καταδίωξη τῶν ληστῶν δὲν πρέπει νὰ ἐκπλήσσει οὔτε νὰ θεωρεῖται μορφὴ κοινωνικῆς διαμαρτυρίας ἐναντίον τῶν καταπιεστῶν καὶ ἐκμεταλλευτῶν. Ἀπέχοντας πολὺ ἀπὸ τὸ νὰ ἀποτελοῦν προμάχους καὶ ἐκδικητὲς τῶν κατατρεγμένων, οἱ κλέφτες δὲν τρομοκρατοῦσαν τοὺς ἀβοήθητους χωρικοὺς λιγότερο ἀπ’ ὅσο οἱ ἰσχυροὶ δυνάστες τους, ἂν μὴ τι ἄλλο ἐπειδὴ οἱ μὲν πρῶτοι ἦταν πιὸ ἐκτεθειμένοι καὶ εὐάλωτοι, ἐνῶ οἱ δεύτεροι εἶχαν τὴν ἔνοπλη δύναμη τοῦ κράτους στὴ διάθεσή τους· καί, ἀπέχοντας πολὺ ἀπὸ τὸ νὰ ἀποκαθιστοῦν τὶς ἀβάσταχτες κοινωνικὲς ἀδικίες, οἱ παράνομοι τοῦ εἴδους αὐτοῦ ἐπέσυραν μὲ τὶς πράξεις τους μέτρα κολασμοῦ ποὺ ἔπλητταν περισσότερο τοὺς φτωχοὺς καὶ ἀδυνάτους παρὰ τοὺς εὔπορους καὶ ἰσχυρούς. Κατὰ τὸν ἴδιο τρόπο, παρὰ τὴν ἀναμφίβολη ἕλξη τοῦ βουνοῦ πρὸς τὸν ἁπλὸ χωρικό, ποὺ ἔφτασε νὰ τὸ θεωρεῖ παράδεισο ἐλεύθερων ἀντρῶν, δὲν ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι τὸ ἰδεῶδες τῆς «κλεφτουριᾶς» καλλιεργήθηκε καὶ προβλήθηκε περισσότερο ἀπὸ τοὺς ἐθνικιστὲς διανοουμένους καὶ ἱστορικοὺς μετὰ τὴν ἀπελευθέρωση παρὰ ἀπὸ τὸν καταπιεζόμενο ἀγροτικὸ κόσμο. Ὁ συνηθισμένος κλέφτης ἦταν ἕνας ἀξιοθρηνητος, κυνηγημένος φυγόδικος, ποὺ ἀναζητοῦσε προσωρινὸ καταφύγιο στὴν κλέφτικη συμμορία καὶ φιλοδοξοῦσε νὰ ἐπανακάμψει μέσω κάποιας ἀμνηστίας στὴ νομοταγῆ κοινωνία, κατὰ προτίμηση ὡς ἁρματολός.
Ἐπρόκειτο γιὰ ἕνα παιχνίδι ποὺ ἀπαιτοῦσε πανουργία, ὑπολογισμό, προσεκτικὰ μετρημένη περιφρόνηση πρὸς τὶς ἀρχές, καθὼς καὶ ἀποδοχὴ τῶν κανόνων του ἀπὸ ὅλα τὰ ἐνδιαφερόμενα μέρη. Ἐκτὸς ἀπὸ τοὺς κλέφτες καὶ τοὺς ἁρματολούς, συμπεριλάμβανε μιὰ ἀσθενῆ κεντρικὴ ἐξουσία, ἡ ὁποία ἦταν ὑποχρεωμένη νὰ ἀνέχεται ἕνα βαθμὸ παρανομίας, καὶ ἕναν πληθυσμὸ εἰς βάρος τοῦ ὁποίου διαπράττονταν οἱ παρανομίες καὶ ὁ ὁποῖος στὴν οὐσία δὲν διέθετε κανένα ἀποτελεσματικὸ μέσο ἄμυνας ἐκτὸς ἀπὸ τὴ φυγὴ στὰ ὄρη. Τὸ γεγονὸς ὅτι ἰσχυροὶ καὶ φημισμένοι κλέφτες ὅπως ὁ Κατσαντώνης καὶ ὁ Νικοτσάρας συνετρίβησαν, ὅταν ἡ ἀψηφισιά τους ξεπέρασε τὰ ἐπιτρεπτὰ ὅρια τοῦ συστήματος σχετικῆς ἀσφάλειας καὶ αὐτορυθμιζόμενης παρανομίας, ἀποδεικνύει ὅτι οἱ κλέφτες ὄφειλαν νὰ λειτουργοῦν μέσα σὲ ἀκαθόριστα ἀλλὰ ἀναμφισβήτητα ὅρια ὑπολογισμένης παρανομίας σὲ βάρος τῶν ἀδυνάτων.
Ὅπως ὁ ἁρματολισμός, ἔτσι καὶ ἡ κλέφτικη παράδοση σήμαινε περισσότερα ἀπὸ μιὰ ἔνοπλη παρουσία. Ἀποτελοῦσε ἀναπόσπαστο τμῆμα τοῦ συστήματος ἀσφαλείας ποὺ εἶχε ἀναπτυχθεῖ στὶς ὀρεινὲς καὶ κατ’ οὐσίαν αὐτόνομες περιοχὲς τοῦ ἑλληνικοῦ χώρου. Στὴν πραγματικότητα, οι κλέφτες καὶ οἱ ἁρματολοί, ἀκόμη καὶ ὅταν διατάρασσαν τὴν εἰρήνη κι ἐπιδίδονταν σὲ ἁρπαγὲς ἀτιμωρητί, ἀποτελοῦσαν στοιχεῖο κοινωνικῆς σταθερότητας, ἀκόμη καὶ ὄργανο κοινωνικοῦ καὶ πολιτικοῦ ἐλέγχου καὶ ἀκινησίας. Εἴτε ἦταν «ἄγριοι» εἴτε «ἐξημερωμένοι», εἴτε ἐνεργοῦσαν ὁ καθένας γιὰ τὸν ἑαυτό του ἢ ἀπὸ κοινοῦ, οἱ ἐκπρόσωποι αὐτῆς τῆς κοινωνικῆς ὁμάδας ἀποδείχτηκαν μιὰ ἀποτελεσματικὴ δικλίδα ἀσφαλείας κι ἕνα χρήσιμο ὄργανο στὰ χέρια τῶν κρατούντων. Γεννημένοι πολεμιστὲς κι ἔχοντας ἐπίγνωση τῆς δύναμής τους, ἀντιπροσώπευαν ἕναν ἐνδεχόμενο κίνδυνο γιὰ τὴν ἀσφάλεια τοῦ κράτους· ὅμως τὰ ἰδιαίτερα συμφέροντά τους στὸ συγκεκριμένο καθεστὼς καὶ τὸ πλέγμα κοινωνικῶν σχέσεων ποὺ ἤδη περιγράψαμε τοὺς ἀπέτρεπε ἀπὸ τὸ νὰ ἀναδειχτοῦν σὲ ἐθνικὴ ἠγεσία. Ὅταν στὴ δεκαετία τοῦ 1820 τὸ ἔπραξαν πράγματι, αὐτό ἔγινε μὲ κάποια ἀπροθυμία, στὸ πλαίσιο τοῦ κενοῦ ἐξουσίας ποὺ ἄφησε στὴν περιοχὴ ἡ πτώση τοῦ Ἀλῆ Πασᾶ.
