Δευτέρα, 18 Ιανουαρίου 2021 10:46

Λέσχη Ανάγνωσης Θουκυδίδης, Η παθολογία του πολέμου

Για τα μέλη της Λέσχης Ανάγνωσης της Κίνησης Επικοινωνίας Πολιτών Φιλύρου τα βιβλία παραμένουν ανοιχτά...

 

Θουκυδίδης, Η παθολογία του πολέμου

(Ο εμφύλιος πόλεμος στην Κέρκυρα, Βιβλίο Τρίτο,

τα γεγονότα μεταξύ των ετών 428-425 πΧ)1

(Πριν από την έκρηξη του Πελοποννησιακού πολέμου όπως και στη διάρκειά του, οι πόλεις-κράτη είχαν επιλέξει στρατόπεδο μεταξύ των δυο μεγάλων συνασπισμών της Αθήνας και της Σπάρτης. Οι πόλεις που είχαν δημοκρατικά πολιτεύματα τάχθηκαν στο πλευρό των Αθηναίων, ενώ εκείνες που κυβερνώνταν από ολιγαρχικούς, στο πλευρό των Λακεδαιμονίων. Όπως ήταν φυσικό, λόγω του πολέμου, τα πνεύματα ήταν εξημμένα στο εσωτερικό κάθε πόλης μεταξύ δημοκρατικών και ολιγαρχικών. Παρακολουθούμε τις σφαγές στην Κέρκυρα που ξεκίνησαν οι δημοκρατικοί εναντίον των ολιγαρχικών, όταν αναθάρρησαν με την παρουσία στο νησί τους του αθηναϊκού στόλου, ο εμφύλιος πόλεμος γενικεύτηκε στο εσωτερικό του νησιού και, όπως θα διαβάσουμε παρακάτω, και στον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο).

1 Θουκυδίδη Ιστορία, μετάφραση Α. Γεωργοπαπαδάκου, ΜαλλιάρηςΠαιδεία, α΄ έκδ., Θεσσαλονίκη 1985, σ. 192-195.

 

81. […] Όλους επίσης εκείνους που είχαν πείσει να μπουν στα καράβια, τους έβγαζαν απ’ αυτά και τους έσφαζαν. Ήρθαν και στον ναό της Ηρας κι αφού έπεισαν γύρω στους πενήντα ολιγαρχικούς να περάσουν από κανονική δίκη, τους καταδίκασαν όλους σε θάνατο. Οι περισσότεροι από τους ικέτες - όλοι όσοι δεν είχαν πειστεί να δικαστούν - βλέποντας τα όσα γίνονταν, σκότωναν ο ένας τον άλλον εκεί, μέσα στον ιερό τόπο. Μερικοί κρεμάστηκαν από τα δέντρα κι άλλοι αυτοκτόνησαν, όπως μπόρεοε ο καθένας. Εφτά μέρες, όσες μετά τον ερχομό του στο νησί έμεινε ο Ευρυμέδοντας με τα εξήντα καράβια του, οι Κερκυραίοι σκότωναν όσους από τους συμπολίτες τους θεωρούσαν εχθρούς τους· τους κατηγορούσαν ότι επιχείρησαν να ανατρέψουν τη δημοκρατία, αρκετοί όμως θανατώθηκαν από προσωπικά μίση, κι άλλοι, που είχαν δανείσει χρήματα, από τους οφειλέτες τους. Ο θάνατος παρουσιάστηκε εδω μ’ όλες του τις μορφές και, όπως συνήθως συμβαίνει σε τέτοιες περιστάσεις, δεν έμεινε αγριότητα που να μη γίνει, κι ακόμη χειρότερα. Γιατί και πατέρας σκότωσε το παιδί του, κι ικέτες αποσπάστηκαν από τους ναούς και θανατώθηκαν πλάι τους, και μερικοί άλλοι χτίστηκαν μέσα στο ιερό του Διονύσου και πέθαναν εκεί.

 

82. Σ’ αυτές τις αγριότητες έφτασε ο εμφύλιος πόλεμος και φάνηκε πιο φριχτός, γιατί τούτος ήταν ο πρώτος πρώτος· αργότερα, μπορεί να πει κανείς ότι αναταράχτηκε ολόκληρος ο ελληνικός κόσμος, γιατί σε κάθε πόλη υπήρχαν διαφορές ανάμεσα στους αρχηγούς των δημοκρατικών που ζητούσαν να φέρουν μέσα για βοήθεια τους Αθηναίους, και στους ολιγαρχικούς που προσκαλούσαν τους Λακεδαιμονίους. Τον καιρό, αλήθεια, της ειρήνης ούτε πρόφαση είχαν ούτε προετοιμασμένοι ήταν να τους προσκαλούν, τώρα όμως που γινόταν πόλεμος και δινόταν η ευκαιρία σε καθεμιά απ’ τις δυο αντίπαλες πολιτικές μερίδες να ’χει απέξω συμμάχους και για να κάμει κακό στους αντίθετους και για ν' αποχτήσει η ίδια μεγαλύτερη δύναμη, εύκολα έβρισκαν αφορμές όσοι επιδίωκαν επαναστατικές αλλαγές να προκαλέσουν τις επεμβάσεις. Κι έπεσαν πάνω στις πόλεις απ’ τους εμφύλιους πολέμους πολλά δεινά που γίνονταν και θα γίνονται πάντα, όσο η φύση του ανθρώπου θα μένει η ίδια, φοβερότερα ή ηπιότερα και με διαφορετική μορφή, ανάλογα με την κάθε φορά μεταβολή των περιστάσεων. Τον καιρό, αλήθεια, της ειρήνης κι όταν υπάρχει ευημερία, τόσο οι πολιτείες όσο και τα άτομα έχουν τις γνώμες καλύτερες, γιατί δεν πέφτουν σε πιεστικές ανάγκες- ο πόλεμος όμως, αφαιρώντας λίγο λίγο τις ευκολίες της καθημερινής ζωής, γίνεται δάσκαλος της βίας και εξομοιώνει τα πνεύματα του πλήθους με την κατάσταση της στιγμής. Αρχισε λοιπόν ο εμφύλιος πόλεμος στις πόλεις κι εκείνες που κάπου είχαν καθυστερήσει, μαθαίνοντας όσα είχαν γίνει πριν αλλού, έδειχναν μεγάλη εφευρετικότητα και σε ύπουλες επιθέσεις και σε ανήκουστες αντεκδικήσεις. Ακόμη και τη συνηθισμένη σημασία των λέξεων σε σχέση με τα πράγματα την άλλαξαν καταπώς τους άρεσε. Έτσι η ασυλλόγιστη αποκοτιά θεωρήθηκε παλικαριά απ’ αγάπη στους κομματικούς συντρόφους, η προνοητική επιφυλακτικότητα δειλία κάτω απ’ ωραία προσχήματα, η σωφροσύνη πρόφαση της ανανδρείας κι η σύνεση σε καθετί αδράνεια για το καθετί- η μανιασμένη παραφορά λογαριάστηκε ανδρική αρετή, να καλοσκεφτεί όμως κανείς τα πράγματα για σιγουριά, ωραίο πρόσχημα για αποφυγή του κινδύνου. Οποιος έξαλλος κατέκρινε όλους κι όλα θεωρείτο πάντα έμπιστος, ενώ όποιος έφερνε αντιρρήσεις γινόταν ύποπτος. Αν κανείς επιβουλευόταν κάποιον και πετύχαινε, θεωρείτο ξύπνιος, αν υποψιαζόταν την επιβουλή, ακόμη πιο ξύπνιος- αν όμως ένας προνοούσε, ώστε να μη χρειαστούν καθόλου αυτά, κρινόταν ότι διαλύει το κόμμα κι έχει τρομοκρατηθεί απ’ τους αντιπάλους. Κοντολογίς, όποιος προλάβαινε να κάμει κάποιο κακό πριν από κείνον που το μελετούσε επαινείτο, καθώς κι αυτός που παρακινούσε στο κακό άλλον που δεν είχε σκεφτεί να το κάμει. Ακόμη κι οι συγγενείς έγιναν πιο ξένοι από τους κομματικούς συντρόφους, επειδή οι ομοϊδεάτες ήταν πιο πρόθυμοι ν’ αποτολμούν αδίσταχτα τα παντα· γιατί τα κόμματα αυτά δεν έγιναν για να επιδιώξουν ωφέλεια των μελών τους σύμφωνα με τους νόμους που ίσχυαν, αλλά για να ικανοποιήσουν την πλεονεξία τους αντίθετα με τους ορισμούς των νόμων. Και την αναμεταξύ τους εμπιστοσύνη τη στήριζαν όχι τόσο στον θεϊκό νόμο όσο στη συνενοχή στις παρανομίες. Τις λογικές προτάσεις των αντιπάλων τις δέχονταν, αν οι ίδιοι ήταν πιο δυνατοί, όχι από μεγαλοψυχία, αλλά για να φυλαχτούν από επιθετικές πράξεις. Πιο σημαντικό θεωρούσε κανείς να εκδικηθεί κάποιον που του έκαμε κακό παρά να φροντίσει να μην το πάθει. Αν καμιά φορά άλλαζαν μεταξύ τους όρκους συμφιλίωσης, επειδή κι οι δυο τους έδιναν για να ξεπεράσουν κάποια δυσκολία της στιγμής, τους κρατούσαν τόσο μονάχα όσο δεν είχαν από πουθενά αλλού υποστήριξη· μόλις όμως παρουσιαζόταν η ευκαιρία, όποιος πρόφταινε κι έπαιρνε θάρρος, αν έβλεπε τον αντίπαλό του αφύλαχτο, με μεγαλύτερη ευχαρίστηση τον εκδικιόταν, επειδή έδινε πίστη στους όρκους, παρά αν τον χτυπούσε παλικαρίσια, γιατί λογάριαζε και τη σιγουριά κι από πάνω ότι έχοντας υπερισχύσει με την απάτη θα ’παιρνε και βραβείο εξυπνάδας. Οι περισσότεροι άνθρωποι ευκολότερα ανέχονται, αν είναι κακούργοι, να λέγονται καπάτσοι παρά, αν είναι τίμιοι, να λέγονται αγαθούληδες, και για το ένα ντρέπονται ενώ για το άλλο καμαρώνουν. Αιτία για όλα αυτά είναι η φιλαρχία που τη γεννά η πλεονεξία κι η φιλοδοξία· απ’ αυτά τα δυο κι η παθιασμένη προθυμία καθεμιάς μερίδας, όταν άρχισαν οι διαμάχες, να υπερισχύσει. Γιατί, όσοι στις διάφορες πόλεις γίνονταν αρχηγοί των δύο πολιτικών μερίδων προβάλλοντας ωραία συνθήματα, όπως απ' τη μια την ισότητα όλων των πολιτών μπροστά στον νόμο, απ’ την άλλη τη συνετή κυβέρνηση των αρίστων, με τα λόγια βέβαια υπηρετούσαν το συμφέρον της πόλης, στην πραγματικότητα όμως ωφελούνταν αυτοί προσωπικά· κι επειδή με κάθε μέσο ανταγωνίζονταν τούτοι για το ποιος θα υπερισχύσει, αποτόλμησαν τα πιο φοβερά πράγματα κι επιδίωξαν ακόμη μεγαλύτερες αντεκδικήσεις, επιβάλλοντάς τες όχι ως το σημείο που επέτρεπε η δικαιοσύνη και το συμφέρον της πόλης, αλλά βάζοντας ως όριο σ’ αυτές ό,τι κάθε φορά νόμιζαν πως θα ικανοποιούσε την παράταξή τους· κι ήταν έτοιμοι, είτε με την άδικη καταδίκη των αντιπάλων τους είτε με τη βίαιη αρπαγή της εξουσίας, να χορτάσουν το μίσος τους της στιγμής. Έτσι καμιά από τις δυο παρατάξεις δεν νοιαζόταν για την τήρηση των κανόνων της ευσέβειας, κι άκουγαν τους μεγαλύτερους επαίνους όσοι κάτω από ωραία λόγια τύχαινε να σκεπάσουν μισητές πράξεις. Οι πολίτες που έμεναν ουδέτεροι εξολοθρεύονταν κι απ’ τις δυο μερίδες, είτε γιατί δεν αγωνίζονταν μαζί τους, είτε από φθόνο, επειδή θα επιζούσαν.

 

83. Έτσι λοιπόν, εξαιτίας του εμφύλιου πολέμου επικράτησε κάθε είδος κακότητας στον ελληνικό κόσμο, κι οι απλοί κι απονήρευτοι τρόποι με τους οποίους η γενναιοψυχία τόσο πολύ συγγενεύει καταγελάστηκαν κι εξαφανίστηκαν, ενώ το να στέκονται αντιμέτωποι και να δυσπιστούν ο ένας στον άλλο πήρε μεγάλες διαστάσεις· γιατί δεν υπήρχαν ούτε υποσχέσεις ισχυρές ούτε όρκοι φοβεροί που θα διέλυαν τη δυσπιστία, κι οι πιο δυνατοί πάντα λογαριάζοντας πόσο αβέβαιη ήταν κάθε εγγύηση, πιο πολύ φρόντιζαν να μην πάθουν κακό από τους αντιπάλους τους παρά να δώσουν πίστη σ’ αυτούς. Και τις περισσότερες φορές οι πνευματικά κατώτεροι επικρατούσαν· γιατί με το να φοβούνται τη δική τους υστέρηση και την εξυπνάδα των αντιπάλων τους, μήπως για τούτο νικηθούν στον διάλογο, αλλά και μήπως εκείνοι, εξαιτίας της πνευματικής τους ευστροφίας, προφτάσουν και τους επιβουλευτούν, με τόλμη προχωρούσαν στις κακουργίες. Κι οι έξυπνοι από καταφρόνηση στους αντιπάλους, επειδή νόμιζαν πως έγκαιρα θα καταλάβαιναν τις επιβουλές τους κι ότι δεν ήταν ανάγκη να προλάβουν με πρακτικά μέσα όσα μπορούσαν να προλάβουν με την εξυπνάδα, δε φυλάγονταν και πιο πολύ χάνονταν.

 

84. [Στην Κέρκυρα λοιπόν αποτολμήθηκαν για πρώτη φορά τα περισσότερα από τα ανομήματα αυτά, κι όσα άλλα μπορούν να κάμουν, όταν έχουν την ευκαιρία να εκδικηθούν τους άρχοντές τους, άνθρωποι που βρίσκονται κάτω από εξουσία περισσότερο αυταρχική παρά συνετή. Άλλοι θέλοντας να γλιτώσουν από τη μόνιμη φτώχεια τους αποφάσιζαν, παθιασμένα κι αντίθετα με κάθε έννοια δικαιοσύνης, ν' αρπάξουν την περιουσία του γείτονα. Άλλοι επιθυμούσαν να χτυπήσουν σκληρά κι αλύπητα ανθρώπους της ίδιας μ’ αυτούς τάξης κινημένοι όχι από πλεονεξία, αλλά από την τυφλή οργή του απαίδευτου. Αναστατώθηκε όλη η ζωή της πόλης την εποχή αυτή και μπαίνοντας πάνω από τους νόμους η ανθρώπινη φύση –που έχει την τάση να κάνει αδικίες κι όταν ακόμη οι νόμοι ισχύουν— με καμάρι έδειξε ότι δεν μπορεί να κυβερνά τα πάθη, δε στέργει να υποταχθεί στην ιδέα του δικαίου κι εχθρεύεται καθετί που υπερέχει. Γιατί, αν ο φθόνος δεν είχε μιαν ολέθρια δύναμη, κανείς δε θα προτιμούσε την εκδίκηση από την ευσέβεια, το κέρδος από τη δικαιοσύνη. Οι άνθρωποι, για να εκδικηθούν τους εχθρούς τους, κρίνουν ότι αξίζει να καταργούν προηγουμένως και να μην αφήνουν να ισχύουν οι κανόνες του φυσικού δικαίου, πάνω στους οποίους στηρίζονται οι κοινωνίες και πάνω στους οποίους μπορούν να ελπίζουν κι οι ίδιοι για τη σωτηρία τους, αν βρεθούν κάποτε σ’ έναν κίνδυνο και τους έχουν ανάγκη.]