Κυριακή, 02 Ιανουαρίου 2022 11:27

Για την Ελληνική Επανάσταση - Διακόσια χρόνια μετά (29)

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης από τον Eugene Peytier (1793-1863)

 

Λέσχη Ανάγνωσης της Κίνησης Επικοινωνίας Πολιτών Φιλύρου

Για την Ελληνική Eπανάσταση

25 Μαρτίου 1821 – 25 Μαρτίου 2021

Απομνημονεύματα Κολοκοτρώνη1

(Η εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας και η εκλογή Καποδίστρια)

…Τότες ἤθελαν οἱ δύο ἀρχηγοὶ τῆς θαλάσσης καὶ ξηρᾶς νὰ μᾶς ἑνώσουν, καὶ νὰ εὕρουν ἕνα τρίτον τόπον, διὰ νὰ τελειώσουν τὴν συνέλευσιν, καὶ ὁ τρίτος τόπος ἦτον ἡ Τροιζῆνα, λεγόμενη Δαμαλᾶ· ὅμως ἀποκριθήκαμεν τῶν ἀρχηγῶν, ἡμεῖς πηγαίνομεν, ὅσα πρακτικὰ ἔχομεν κάμει νὰ ἦναι ἐπικυρωμένα ἀπὸ τὴν συνέλευσιν, ἠ φρουρὰ νὰ μείνῃ ἡ ἰδία (τὸν Νικηταρὰ εἴχαμεν) καὶ ἂν στερχθοῦν ἐρχόμεθα καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν Τροιζῆνα, καὶ ἔτσι ἐστρέρχθηκαν οἱ Αἰγινήτες, καὶ ἐσηκόθημεν καὶ τὰ δύο μέρη καὶ ἐσμίξαμεν εἰς τὴν Τροιζῆνα καὶ ἐνενόμενοι εἰς τὴν Τροιζῆνα, ἀρχίσαμεν τὰ πρακτικά (ὅσα εἴχαμεν καμομένα ἡμεῖς ἔμειναν ἀσάλευτα) καὶ ἀρχίσαμεν ἐμπρός. Ἀπεφασίσαμεν νὰ ψηφίσωμεν τρία ἄτομα, ἐπιτροπὴ Κυβερνητικὴ διὰ νὰ τηρᾶ τὰ στρατεύματα, 15 τόσα ἄτομα διὰ τὸ Βουλευτικό· καὶ ἐψηφοφορήσαμεν καὶ οἱ πλέον ψῆφοι ἔπεσαν εἰς τὸν Γεωργάκη Μαυρομιχάλη, Μαρκῆ καὶ Νάκο, νὰ ἦναι ἐπιτροπὴ προσωρινή, ὅσο νὰ ἐκλέξωμε πρόεδρο. Ἡ ἐπιτροπὴ ἐσηκώθηκε καὶ ὑπῆγε εἰς τὸν Πόρο, καὶ ἔμεινε ἡ συνέλευσις νὰ τελειώσῃ τὰ πρακτικά της. Ἡμεῖς εἴχαμεν γνώμην νὰ προβάλωμε τὸν Καποδίστριαν (1827)· ὅλοι ἐδοκιμάσθηκαν σταῖς Κυβέρνησαις, καὶ ὅλο εἰς τὸ χειρότερον ἐπηγαίναμεν τὸ ἔθνος ἀπὸ ταῖς διχόνοιαίς μας· τότε ἐξεφώνησα καὶ εἶπα: ἡμεῖς τὰ ἅρματα ἐρίξαμεν τὴν φιλοτιμίαν μας, καὶ ἔβαλαν τὸν Τζοὺρτζ Ἆγγλον (σ.σ. Τσώρτς), καὶ οἱ ἀνδρεῖοι θαλασσινοί μας τὸν Κοκράν (σ.σ. Κόχραν), τώρα, καὶ οἱ πολιτικοὶ πρέπει νὰ ῥίξετε καὶ ἐσεῖς τὴν φιλοτιμίαν σας, νὰ ἐκλέξωμεν ἕναν Πρόεδρον νὰ μᾶς κυβερνήσῃ, νὰ ἰδοῦμεν οἱ Ἄγγλοι ὁποὺ ὑποσχέθηκαν διὰ τὴν ἀνεξαρτησίαν μας. Μία τῶν ἡμερῶν ἔβλεπαν ὅτι ἤθελαν νὰ προσκαλέσουν τὸν Καποδίστριαν εἰς τὸ ἔθνος, καὶ ἐκίνησαν ὠπλισμένοι νὰ ἐλθοῦν ἂν ἠμπορέσουν καὶ μᾶς φοβίσουν νὰ πάρουν τὰ πρακτικά· (ἦτον γραμματικὸς ὁ Σπηλιάδης) κ’ ἐγώ τοὺς ἐκατάλαβα μὲ τί σκοπὸν ἦλθαν· καὶ ἔκαμαν συνέλευσιν εἰς τοῦ Μαυρομιχάλη τὸ σπῆτι· ἐπροσκάλεσαν κ’ ἐμένα, καὶ ἐπῆγα μόνος μου· καὶ ἀρχίνησαν νὰ μὲ ὁμιλήσουν περὶ τῆς συνελεύσεως, ὅτι δὲν βλέπουν καλὰ πράγματα εἰς τὴν συνέλευσιν. Ἐγώ ἀποκρίθηκα μὲ πεῖσμα, ὅτι τὸ ἔθνος αὐτό θέλει, κι ὅποιος δὲν τοῦ ἀρέσῃ ἂς τὸ χαλάσῃ ἂν ἠμπορέσῃ, καὶ ἐβγῆκα χωρὶς ἄλλον λόγον ἔξω· Βλέπωντας ὅτι δὲν εἶχαν δύναμιν, καὶ ἂν εἶχαν δοκιμάσει ἤθελε ἐντροπιασθοῦν, ἐδιαλύθηκαν. Σὲ δύο ἡμέραις ἐκάμαμεν συνέλευσιν καὶ ἀποφασίσαμεν τὴν αὐγήν, ὅτι τὸ ἀπόγευμα νὰ ὑπογράψωμεν τὸν Καποδίστριαν· καὶ ἔτζι ἐπῆγα εἰς τὸ κονάκι μου, ἔφαγα ψωμὶ καὶ ἔπεσα νὰ κοιμηθῶ […] Μᾶς ἐδέχθηκε ὁ Ἄμιλτον (σ.σ. Χάμιλτον) καὶ ἐκάτζαμεν εἰς ὁμιλίαν. Τοῦ λέγω, πῶς σοῦ φαίνεται τώρα ποὺ ἑνώθηκε ἡ Συνέλευσις καὶ κοντεύει νὰ τελειώσῃ; Χαίρομαι τὴν ἕνωσίν σας, ἐκάμετε πολλὰ καλά. Τοῦ εἶπα, Καπιτὰν Ἄμιλτον, ἤλθαμεν νὰ πάρωμεν τὴν συμβουλήν σου, ὡς μᾶς συμβούλευες πάντοτε διὰ τὴν ἐλευθερίαν μας, σὲ γνωρίζομεν ὡς ἕναν εὐεργέτην ἀπὸ ὅλους τοὺς ἄλλους καλίτερον. Μᾶς εἶπε, πέστε ταὴν γνώμην σας, καὶ ἂν δύνωμαι κ’ ἐγώ νὰ σᾶς ἀποκριθῶ εἰς τὴν γνώμην σας. Στοχάζομαι Καπετὰν Ἄμιλτον, ὅτι τοὺς γνωρίζεις τοὺς Ἕλληνας ἀπὸ ἐδῶ καὶ τόσους χρόνους, τοὺς βάλαμεν ὅλους νὰ μᾶς κυβερνήσουν, καὶ ποτέ δὲν μᾶς ’κυβέρνησαν καθὼς ἔπρεπε, καὶ βλέποντας ὅτι δὲν ἔχομεν ἄνθρωπον πολιτικὸν νὰ μᾶς κυβερνήσῃ ἤλθαμεν νὰ σὲ πάρωμεν εἰς γνώμην, διατὶ ἐκεῖνο ὁποῦ ἤρχετο τῆς Συνελεύσεως ἀπὸ τὸ χέρι της, τὸ διωρθώσαμεν, ἔβαλε τὸν Κόχραν ἀρχιθαλάσσιον, τὸν Τζὼρτς ἀρχιστράτηγον, τώρα χρειαζόμεθα ἕναν πολιτικόν· τάχα δὲν μᾶς δίδει ἡ Ἀγγλία ἕνα πρόεδρον, ἕνα βασιλέα; Μᾶς ἀποκρίθηκε, ὄχι, ποτέ δὲν γίνεται. – Δὲν μᾶς δίδει ἡ Φράντζα; – Ὁμοίως μᾶς ἀποκρίθη – Ἡ Ῥουσσία; – Ὄχι. Ἡ Προυσία; – Ὄχι. – Ἡ Ἀνάπολι; – Ὄχι. – Ἡ Ἱσπανία; – Ὄχι, δὲν γίνεται, ἀφοῦ ἐμελέτησα ὅλα τὰ βασίλεια. – Σὰν δὲν μᾶς δίδουν τούταις ἡ αὐλαῖς, τί θὰ γείνωμεν ἡμεῖς; – Μᾶς ἀποκρίθηκε, ότι τηρᾶτε νὰ εὑρῆτε κανέναν Ἕλληνα. Ἡμεῖς ἄλλον Ἕλληνα ἀξιώτερον δὲν ἔχομεν, μόνον νὰ ἐκλέξωμεν τὸν Καποδίστριαν. – Ἐγύρισε καὶ μ’ ἐκύτταξε, ἀκούωντας τὸ ὄνομα Καποδίστρια, καὶ μοῦ εἶπε, δὲν ἤσουν ἐσύ ποὺ μοῦ εἶπες, δὲν τὸν δεχόμεθα τὸν Καποδίστρια διατὶ εἶναι τῆς Ῥουσσίας Μινίστρος; Ναι, ἐγώ, τοῦ εἶπα· ἄλλος καιρὸς ἦτον τότε, καὶ ἄλλος τώρα· διατὶ τὴν Ἀγγλίαν ποῦ ἔχομεν ὑπεράσπισιν, τὸ δεξὶ χέρι τῆς Ἑλλάδος εἶναι ἡ θάλασσα, καὶ ἐβάλαμεν Ἄγγλον ἐπικεφαλῆς· καὶ τὸ ζερβὶ χέρι Ἄγγλον, ὁποῦ εἶναι ἡ δύναμις τῆς ξηρᾶς· καὶ ἂν μᾶς ἔδιδε ἡ Ἀγγλία καὶ ἕναν πολιτικόν, καὶ ἐκεῖνον τὸν ἐβάναμεν καὶ δὲν ἐτζακίζαμεν τὸ κεφάλι μας στὸν ἕναν καὶ στὸν ἄλλον, καὶ δι’ αὐτό, ὡς μοῦ λές, δὲν γίνεται· πρέπει νὰ καλέσωμεν τὸν Καποδίστρια. Μοῦ ἀποκρίθηκε ἐκ καρδίας. «πάρτε τὸν Καποδίστρια ἢ ὅποιον διάβολο θέλετε, διατὶ ἐχαθήκατε». – αὐτό ἤθελα νὰ ἀκούσω ἀπὸ τὸ στόμα του, τὸ ἄκουσα, καὶ ἀπέκει ἐτελείωσε ἡ ὁμιλία μας, καὶ τῆς εὐθὺς ἀνεχώρησα. Ἐχασομέρησα πολὺ εἰς τὴν φρεγάδα, καὶ τὸ ταμποῦρλο τῆς συνελεύσεως ἀρχίναε νὰ κτυπᾶ.

1 “ΔΙΗΓΗΣΙΣ ΣΥΜΒΑΝΤΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΦΥΛΗΣ Από τα 1770 έως τα 1836”, Υπαγόρευσε Θεόδωρος Κωνσταντίνου Κολοκοτρώνης, τύποις Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως Αθήνα, 1846 σ. 184-188.

Πηγές: https://www.ebooks4greeks.gr/

https://eranistis.net/