Ἁρματολοὶ καὶ κλέφτες (4)
(Ἰωάννης Κολιόπουλος, «Ληστεία καὶ ἀλυτρωτισμός στὴν Ἑλλάδα τοῦ 19ου αἰῶνα», Ἐθνικὴ ταυτότητα καὶ ἐθνικισμὸς στὴ νεότερη Ἑλλάδα, συλλογικό, ἐπιμ. Θάνος Βερέμης, Ἀθήνα, ΜΙΕΤ, 2003, σ. 149-153).
Ἀνυπότακτοι ἢ ἐνδοτικοί, οἱ καπεταναῖοι πάντα νοιάζονταν γιὰ τὴν ἀριθμητικὴ δύναμη τοῦ σώματός τους, τὸ ὁποῖο συγκροτοῦσαν γύρω ἀπὸ ἕναν πυρήνα ἔμπιστων ἀντρῶν, συγγενῶν κατὰ προτίμηση, καὶ συνεχῶς προσπαθοῦσαν νὰ τὸ διευρύνουν. Ἕνα ὑπολογίσιμο καὶ συμπαγὲς σῶμα ἀποτελοῦσε ἰσχυρὸ ὅπλο, τόσο ὡς μέσο πολιτικῆς δράσης καὶ ἐπιρροῆς ὅσο καὶ ὡς πολεμικὸ ὄργανο. Στοὺς βαθμοφόρους καὶ τοὺς ὁπλίτες ἀντιστοιχοῦσαν ἀνάλογοι μισθοὶ καὶ μερίδες τροφῆς σὲ χρῆμα ἢ σὲ εἶδος. Ἀπὸ τοὺς καπεταναίους δὲν ἔλειπε ἡ εὐρηματικότητα ὅταν ἐπρόκειτο νὰ προσελκύσουν καὶ νὰ κρατήσουν ἐνόπλους στὰ σώματά τους. Τὰ κέρδη ἑνὸς μεταφράζονταν σὲ ἀπώλειες γιὰ κάποιον ἄλλον, καὶ κανείς δὲν εἶχε τὴν ἄνεση ἀπωλειῶν χωρὶς νὰ διακινδυνεύσει τὸν ὄλεθρό του ἢ ἁπλῶς τὸν ἀποκλεισμό του «ἀπὸ τὴν πίτταν», ὅπως τὸ ἔθεσε ἕνας παρατηρητικὸς καπετάνιος, πράγμα ποὺ ὁδηγοῦσε στὴν ἴδια μοίρα. Μισθοὶ καὶ μερίδες τροφῆς, ὅπως καὶ ὁ ἔλεγχος ἐδάφους καὶ τῶν πόρων του, κατέστησαν οἱ κύριες ἐπιδιώξεις τῶν ἐπαγγελματιῶν τοῦ πολέμου καὶ ἰσχυρὸ ὄργανο στὰ χέρια πολιτικῶν. Αὐξημένες καὶ ἔγκαιρες πληρωμὲς ἐρμηνεύονταν ὡς ἔνδειξη κυβερνητικῆς εὔνοιας, ἐνῶ ἡ καθυστέρηση ἢ ἀκύρωση πληρωμῶν σήμαινε δυσμένεια. Μιὰ αὔξηση στοὺς μισθοὺς ἑνὸς καπετάνιου, ἀκόμη καὶ ὅταν ἦταν ἀπολύτως ἀπαραίτητη γιὰ τὴν ἐνίσχυση κάποιας στρατιωτικῆς θέσης, προκαλοῦσε πιέσεις καὶ μηχανορραφίες ἀπὸ πολλὲς πλευρὲς γιὰ τὴ χορήγηση ἀνάλογων αὐξήσεων. Ὁρισμένοι προσέφευγαν σὲ δοκιμασμένες μεθόδους, μὲ τὶς ὁποῖες ἐξασφάλιζαν δωρεὰν καταλύματα καὶ μισθοὺς ποὺ δὲν εἶχαν κατ’ ἀνάγκην τὴν ἔγκριση τῆς κεντρικῆς κυβέρνησης, ὅπως στὴν περίπτωση συμφωνιῶν μὲ χωριὰ γιὰ τὴν περιφρούρηση τῆς εἰρήνης ἔναντι ἀνταλλἀγματος. Παρὰ τὴ σύναψη ἐπίσημης συμφωνίας ἀνάμεσα στοὺς καπεταναίους καὶ τοὺς ἀρχιερεῖς τῆς δυτικῆς Ρούμελης, σὲ εἰδικὴ συνέλευση τὸν Φεβρουάριο τοῦ 1822, σύμφωνα μὲ τὴν ὁποία τὸ σύστημα τῶν ἁρματολικίων θὰ τερματιζόταν καὶ οἱ καπεταναῖοι δὲν θὰ κατέφευγαν πιὰ στὶς μεθόδους του, οἱ πρακτικὲς τοῦ παρελθόντος δὲν σταμάτησαν παντοῦ.
Ὅταν καθυστεροῦσε ἡ καταβολὴ μισθῶν, ἢ τὰ ποσὰ κρίνονταν ἀνεπαρκῆ καὶ κατώτερα τῶν ἀναγκῶν καὶ τῶν προσδοκιῶν, οἱ καπεταναῖοι προσέφευγαν σὲ μεθόδους καὶ μέσα γιὰ τὰ ὁποῖα δὲν ἔκρυβαν τὴν προτίμησή τους: εἰσφορές, ποὺ συνήθως εἰσπράττονταν μὲ τὴ χρήση βίας καὶ ἀτιμωρητί. Τὸ εὗρος αὐτῶν τῶν καταναγκαστικῶν εἰσφορῶν ἦταν σχεδὸν ἀπεριόριστο, ποικίλλοντας ἀνάλογα μὲ τὶς ἰδιαίτερες συνήθειες καὶ δεξιότητες τοῦ κάθε καπετάνιου καὶ τὶς τοπικὲς συνθῆκες. Μόνο οἱ εἰσφέροντες παρέμεναν σταθεροί: ἦταν πάντοτε οἱ ἄοπλοι καὶ εὐάλωτοι χωρικοὶ τῶν πεδινῶν ἢ νομάδες βοσκοί. Οἱ καπετάνιοι τῶν παραμεθόριων περιοχῶν ἰδίως, ποὺ στὴν οὐσία ἦταν ἀνεξάρτητοι ἀπὸ τὰ δύο ἀντίπαλα συστήματα στρατιωτικῆς διοίκησης, μετακινοῦνταν πέρα δῶθε μέσα σὲ ἀπροσδιόριστα ὅρια δικαιοδοσίας ἐπιδιώκοντας, ἐκτὸς ἀπὸ βαθμὸ καὶ εἰσόδημα ἀντάξια τῆς πολεμικῆς τους δεινότητας, νὰ αὐξήσουν ὅσο τὸ δυνατὸν περισσότερο τὸ ὑλικό τους κέρδος μὲ λεηλασίες. Οἱ ἐπαγγελματίες τοῦ πολέμου σ’ αὐτήν τὴν περιοχὴ συμπλήρωναν τὴ φορολογία τῶν μόνιμα ἐγκατεστημένων καὶ εὐάλωτων ἀγροτῶν μὲ ἁρπαγὲς πέρα ἀπὸ τὰ ὅρια τῆς περιφέρειάς τους. Οἱ τοποτηρητὲς τῆς κυβέρνησης καὶ οἱ στρατιωτικοὶ διοικητὲς ἐπέτρεπαν σὲ καπεταναίους καὶ στοὺς κακοπληρωμένους καὶ ὑποσιτισμένους ἄντρες τους νὰ πραγματοποιοῦν ἐπιδρομὲς σὲ περιοχὲς ποὺ βρίσκονταν ὑπὸ ἐχθρικὸ ἔλεγχο καὶ νὰ ἀποσποῦν ὅ,τι προμήθειες εὕρισκαν, κατὰ προτίμηση πρόβατα καὶ βοοειδῆ.
Οἱ ἄτακτοι ἔπρεπε νὰ πληρώνονται καὶ νὰ τρέφονται τακτικά, μὲ τὸν ἕνα ἢ τὸν ἄλλον τρόπο, καὶ ὅταν ἔφτανε ἡ ὥρα νὰ ἀπαιτήσουν τὰ ὀφειλόμενα, δὲν σταματοῦσαν μπροστὰ σὲ τίποτε. Ἡ πληρωμὴ καὶ ἡ σίτιση ἀποτελοῦσαν τόσο μέσα γιὰ τὴ συνέχιση τοῦ ἀγῶνα ἐναντίον τοῦ ἐχθροῦ ὅσο καὶ αὐτοσκοπό, καθὼς οἱ περισσότεροι ἀπὸ τοὺς ἀτάκτους δὲν γνώριζαν τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴ ζωὴ τοῦ ληστῆ, ἐνῶ ἡ ἐν γένει ἐρήμωση καὶ παράλυση ποὺ προκάλεσε ὁ πόλεμος εἶχαν αὐξήσει δραματικὰ τὴ ζήτηση γιὰ ἔμμισθη ἔνοπλη ἀπασχόληση. Μὲ αὐτήν τὴν ἔννοια, καὶ στὸν βαθμὸ ποὺ ἔρχονταν σὲ συμφωνία μὲ κάποιον καπετάνιο γιὰ νὰ προσφέρουν τὶς ὑπηρεσίες τους ἔναντι μηνιαίας ἀμοιβῆς, οἱ ἄτακτοι ἦταν μισθοφόροι, ἀλλὰ ἀποτελοῦσαν ἰδιαίτερη περίπτωση. Ὡς μέλη τῆς στρατιωτικῆς τάξης ποὺ περιγράψαμε παραπάνω, εἶχαν ἰδιαίτερους δεσμοὺς μὲ ἕναν ἢ περισσότερους καπεταναίους, ποὺ κατάγονταν ἀπὸ τὸν ἴδιο τόπο μὲ αὐτούς. Παρ’ ὅλες τὶς ἀναστατώσεις τοῦ πολέμου καὶ τὴ συνακόλουθη χαλάρωση τῶν κοινωνικῶν σχέσεων, σὲ γενικὲς γραμμὲς οἱ ἄντρες ὁδηγοῦσαν ἢ ἀκολουθοῦσαν συγγενεῖς καὶ γνωστούς, ὄχι ξένους· καὶ ὅταν ἐπέλεγαν νὰ ἀποσκιρτήσουν ἀπὸ κάποιο στρατόπεδο, τὸ ἔπρατταν ἀπὸ κοινοῦ μὲ ἄλλους συντρόφους ἢ ἀκολουθώντας τὸν ἀρχηγίσκο τους.
Οἱ μισθοὶ ἀποτελοῦσαν πρωταρχικὴ μέριμνα τόσο γιὰ τοὺς ἀτάκτους ὅσο καὶ γιὰ τὸν καπετάνιο τους, πράγμα ποὺ ἴσχυε φυσικὰ καὶ γιὰ τὶς εὐκαιρίες λείας καὶ τροφῆς. Ἐπειδὴ δὲν ὑπῆρχε ἕνα ἀποτελεσματικὸ σύστημα τροφοδοσίας τῶν ἀτάκτων, τὸ πρόβλημα τοῦ ἐφοδιασμοῦ τῶν περιφερόμενων συμμοριῶν ἐπιλυόταν μὲ ἀνεπίσημη ἄδεια στοὺς ἄντρες νὰ ἐπωφεληθοῦν ἀπὸ τὰ ὑπάρχοντα ὅσων εἶχαν κάτι νὰ χάσουν. Ἡ ἀπουσία ἀποτελεσματικῆς κεντρικῆς κυβέρνησης καὶ οἱ διακυμάνσεις στὶς τύχες καὶ τὰ ἐδάφη τῶν ἐμπολέμων ἐπέτρεπαν νὰ θεωρεῖται «ἐχθρός» ὁποιοσδήποτε διέθετε περιουσία ποὺ προσείλκυε τὸ ἐνδιαφέρον τοῦ πεινασμένου ἀτάκτου, χωρὶς ὁ ἴδιος νὰ μπορεῖ νὰ προβάλει ἔνοπλη ἀντίσταση γιὰ νὰ ὑπερασπισθεῖ αὐτή του τὴν περιουσία. Τὰ κοπάδια τῶν ντόπιων καὶ περαστικῶν ποιμένων τραβοῦσαν τὴν προσοχὴ τῶν ἀτάκτων περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη μορφὴ περιουσίας, χωρὶς ἀμφιβολία ἐπειδὴ τὰ αἰγοπρόβατα μποροῦν εὔκολα νὰ μετακινηθοῦν ἀλλὰ καὶ λόγω τῶν τοπικῶν ἐπιδόσεων στὴ ζωοκλοπή. Πολλοὶ Ἕλληνες ἄτακτοι –καὶ οἱ Τουρκαλβανοὶ ἀντίπαλοί τους– ποὺ λυμαίνονταν τὰ αἰγοπρόβατα τῶν πιὸ εὐάλωτων βοσκῶν μὲ τέτοια καταστρεπτικὴ εὐχέρεια στὴ ζωοκλοπή, ὑπῆρξαν οἱ ἴδιοι, κι ἐξακολουθοῦσαν νὰ εἶναι, ποιμένες.
Κατὰ τὴν ἀναζήτηση τροφῆς, ἔμμισθης στρατιωτικῆς ἀπασχόλησης καὶ λαφύρων, κι ἐνῶ ἀγωνίζονταν γιὰ νὰ ἐξασφαλίσουν αὐτά ποὺ θεωροῦσαν ὀφειλόμενα, οἱ καπετάνιοι καὶ οἱ ἄτακτοι διεξήγαγαν τὸν Ἀγῶνα ὣς τὴν ἐπιτυχῆ του ἔκβαση, ὑπονομεύοντας σὲ ὅλη τὴ διάρκειά του, ἄθελά τους ἀλλὰ ἀνεπανόρθωτα, τὰ ἴδια τὰ θεμέλια τῆς τάξης τους. Ἡ ἐκτεταμένη καὶ συστηματικὴ λεηλασία καὶ ἀπώλεια περιουσιῶν, ποὺ συνέβησαν σὲ ὅλη τὴ διάρκεια τοῦ Ἀγῶνα γιὰ τὴν ἱκανοποίηση ἄμεσων ἀναγκῶν, ἀποδιοργάνωσε τὴν τοπικὴ οἰκονομία. Ἡ κτηνοτροφία ἰδίως, ποὺ ἀποτελοῦσε τὸ κύριο ἔρεισμα τῆς στρατιωτικῆς τάξης, δέχτηκε σοβαρότατο πλῆγμα. Μποροῦσε νὰ συντηρεῖ μιὰ καθιερωμένη κι ἐπαγγελματικὴ μορφὴ ζωοκλοπῆς, ἀλλὰ δὲν ἦταν σὲ θέση νὰ ἀπορροφήσει τὶς τεράστιες ἀπώλειες ποὺ προκάλεσαν οἱ πεινασμένες καὶ ἀπείθαρχες συμμορίες ἀτάκτων. Διακρινόμενοι γιὰ τὴ μισθοφορικὴ καὶ ληστρική τους παράδοση, οἱ καπεταναῖοι καὶ οἱ ἄντρες τους ὑπηρέτησαν ὁποιονδήποτε ἀφέντη ἢ σκοπὸ ἔκριναν ὅτι ἐξυπηρετοῦσε καλύτερα τὰ συμφέροντά τους. Ἐντέλει, ἂν καὶ μὲ ἔμμεσο τρόπο, προώθησαν τὴν ὑπόθεση τοῦ ἀναδυόμενου ἐθνικοῦ κράτους, ποὺ ἀποδείχτηκε τρομερὸς ἀφέντης. Ἐπιβίωσαν μετὰ τὸν πόλεμο καὶ τὶς μεταπολεμικὲς ἀναστατώσεις καὶ κατάφεραν νὰ παρατείνουν τὴν παρουσία τους, καθυστερώντας τὸ τέλος τους, ἀφοῦ προσαρμόστηκαν στὴ νέα πραγματικότητα καὶ ἀνακάλυψαν νέους ρόλους στὸ νέο κοινωνικοπολιτικὸ πλαίσιο ποὺ ἀναδύθηκε.
(Eric Hobsbawm, Ληστές, μετ. Νίκος Κούρκουλος, Ἀθήνα, Θεμέλιο 2010, σ. 122-123).
Είναι λοιπόν λάθος να θεωρούμε τους ληστές εύθυμα παιδιά της φύσης, που ψήνουν ελάφια στο δάσος. Ένας επιτυχημένος αρχηγός ληστών έχει, τουλάχιστον, τόσο στενή επαφή με την αγορά και τον ευρύτερο οικονομικό κόσμο όσο κι ένας μικρός γαιοκτήμονας ή ένας εύπορος κτηματίας. Όντως, σε οικονομικά καθυστερημένες περιοχές το επάγγελμά του μπορεί να τον φέρει κοντά στο επάγγελμα άλλων που ταξιδεύουν, πουλάνε κι αγοράζουν. Οι βαλκάνιοι έμποροι βοδιών ή γουρουνιών μπορεί να ήταν ταυτόχρονα και αρχηγοί ληστών, ακριβώς όπως οι καραβοκύρηδες έμποροι της προβιομηχανικής εποχής μπορεί να ήταν και λίγο πειρατές (ή το αντίστροφο), ακόμα κι όταν δεν εκμεταλλεύονταν τις καλές υπηρεσίες των κυβερνήσεων για να γίνουν κουρσάροι, δηλαδή νόμιμοι πειρατές. Στην ιστορία της βαλκανικής απελευθέρωσης είναι κοινοί οι ηρωικοί ζωέμποροι με φήμη οπλαρχηγών, όπως ο Καραγιώργης στη Σερβία και ο Κολοκοτρώνης στην Ελλάδα, ενώ στην ιστορία της βαλκανικής ληστείας δεν είναι άγνωστοι, όπως είδαμε, οι χαϊδούκοι (: βαλκάνιοι κλέφτες) που «φορούσαν ρούχα εμπόρων» για κάποιο διάστημα και το έριχναν στις συναλλαγές. Έχουμε την τάση να σαστίζουμε μπροστά στη μεταμόρφωση των σκληρών από τα χωριά της Κορσικής ή του εσωτερικού της Σικελίας σε μαφιόζους επιχειρηματίες και μπίζνεσμαν που μπορούν να διακρίνουν τις οικονομικές ευκαιρίες του διεθνούς εμπορίου ναρκωτικών ή της ανέγερσης πολυτελών ξενοδοχείων, όμως η ζωοκλοπή, στην οποία εξασκήθηκαν πολλοί απ’ αυτούς, είναι μια δραστηριότητα που πλαταίνει τον οικονομικό ορίζοντα του χωρικού. Ή, τουλάχιστον, τείνει να τον φέρει σ’ επαφή με ανθρώπους που έχουν ευρύτερους ορίζοντες απ’ τον ίδιο.

Κλέφτης σε ορεινή περιοχή, Πηγή Γεννάδειος Βιβλιοθήκη
